Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014



Αφιερωμένο στη μνήμη όσων αγωνίστηκαν, ενάντια στην αμερικανοθρεμένη  φασιστική δικτατορία των διεφθαρμένων συνταγματαρχών.
                                                     
                21 ΑΠΡΙΛΗ 1967
Σε θύελλας αγώνα, σ' αγώνα ταμπούρι την συνάντησε,
μέρα νυχτωμένη απ, αρπαγμένο ήλιο τον γνώρισε.
Ώρες στυφές που τις τρυγούσε η αγωνία,
στιγμές που τις ράντιζε της αμήχανης αναμονής το
          φαρμάκι.
Καιροί π' αυλακωμένοι σε φασισμού φιδίσιου πέρασμα
     παράδερναν τη σκέψη,
σπιρούνιζαν σ' αφηνιασμένο καλπασμό τη φαντασία.
Κι' εμείς όλο να ψάχνουμε, να φωνάζουμε αγαπημένα
        ονόματα,
μα η φωνή μας ν' αλέθεται σε κάποιας ερπύστριας το
         ματωμένο πέρασμα,
να πνίγεσαι κρεμασμένη σ' ένα ψαλιδισμένο σύρμα
         τηλεφώνου.
Κι' απόκριση καμιά δεν παίρναμε από γνωστά μας χείλη
μον' το λυκίσιο ουρλιαχτό, το βρομισμένο χνώτο
κείνων που ναύλωσαντη τη συνείδηση στον έμπορα της 
         βαρβαρότητας
μας βρώμαγε τον αέρα, μας γκρέμαγε τις πόρτες
        μας σκόρπαγιε τη φαμιλιά.
Ρημάξανε τα σπίτια μας, γιόμισαν τις φυλακές με τα 
        παιδιά του Ήλιου.
Κι' έμεινε το μωρό δίχως το γάλα της μάνας
         κ' η μάνα χωρίς το στόμα του παιδιού.
Βάλθηκαν τα σκουλήκια να σαρακώσουν το δεντρί
      πάνω στον ανθό
βιάζονται οι πουλημένοι να προκάνουν το κάρπισμα του.


..Πάλι Γυάρος, Λέρος, Αλικαρνασσός, του μαρτυρίου μας βράχια,
       ξανά κάστρα τ' αγώνα ορθώνονται
κι' ανεβάζουν την τιμή του ανθρώπου ίσα με της ίδιας
       της ζωής την αξία.
..Και τα συντρόφια μας π' ή μπόρα τα πρόκανε κάπου
        απαγκιασμένα,
νάτους που φλογίζουν το νου στ' αγώνα το καμίνι,
πυρώνουν την τρανή απόφαση σ' αντίστασης τη θράκα.
..Κι' ήταν Απρίλης π' έξω, οι παπαρούνες ντύνοταν
      τ' αλικό τους φόρεμα
κι' έφτανε Μάης, που μέσα στα μπουντρούμια,
κόκκινα στο ίδιο τους το αίμα βαφόταν τα σκουτιά
      τ' αδούλωτου.
Ναι τότες, τότες την αντάμωσε κι' έμοιαζε περιστέρα
       π' ορφάνεψε,
τότες τον αντίκρισε, κι' έδειχνε γλαρόνι πού βρεχε τα
      φτερά σε μανιασμένο κύμα.
Ο κοντανασεμός της, λυγμός λαβωμένης λαφίνας
      ηχούσε
κι' ο κόμπος στο λαιμό του, κομμάτι παγωμένου δάκρυ.
Μα είχαν ψηλά το μέτωπο, αγέρωχο το βλέμμα,
και θώραγαν μ' υπόσχεση τον ματωμένο ήλιο,
κι' είχαν φτερά και πέταξαν στου χρέους τ' ανηφόρι
κι' αντάμα κίνησαν να παστρέψουν τη μούχλα
    ν' ασβεστώσουν το σκοτάδι,
να μαζέψουν με τ' άσπρα τους πουκάμισα των συντρόφων
      το αίμα να τα ράψουν σημαία.


Κι' ευθύς σ' υπόσχεση αγώνα δέθηκαν τα χέρια τους,
οι καρδιές σμίξαν σε συντροφική τρυφερότητα,
φιλήθηκαν οι ελπίδες σε κεραυνού ένα φέγγισμα.
Έτσι σα σε πανηγυριού πανώριο γλέντι το κόκκινο κρασί
      τ' αγώνα σιγοπίνανε.
Μιας ο ένας πότες ο άλλος σέρνανε πρώτοι το χορό
     στου Ζαλόγγου τ' απόκρημνα.
..Κι΄ ήταν ανάμεσα σε θύελλας ένα κουρνιαχτό, σε αστραπής
     ένα φέγγισμα,
στο πέταγμα κάποιας προκήρυξης πούμπαζε απόφαση
     σε μουδιασμένη αναμονή,
στου πινέλου τους μια γραφή π' άπλωνε ηλιόχρωμα στο 
     ζαρωμένο μέτωπο μιας μάντρας.
Ήτανε τότες που των λημεριών τους τα φτωχόσπιτα
       σίμωσαν τα τοιχία τους,
χαμήλωσαν τις σκεπές τους ν' ακούσουν μια ζεστή κουβέντα
    σε παγωμένων καιρών τη σιωπή,
να δουν δυο απλωμένες παλάμες να στερνοσφίγγονται
     περήφανες σαν κράτησαν τον όρκο,
να μετρήσουν τα βήματα που αλάργευαν των αχώριστων
    την συντροφιά,
βήματα π' από δύσβατες ποριές, στης ίδιας βουνοκορφής
          το κεφαλόβρυσο τους σμίγουν.
Κεφαλόβρυσο που σ' ολόγιομη ροή με το κρασί της αφθονίας
      των στερημένων το σταμνί θα ξεχειλίζει.
       
                                                                       Θάνος Συρράκος